Menu Close

30/7/2019

Τα πολλά θελήματα και οι επιθυμίες, που υπάρχουν στον άνθρωπο και η μάχη που υπάρχει ανάμεσά τους

Γνώριζε ότι στον πόλεμο αυτό, δυο θελήσεις υπάρχουν μέσα μας αντίθετες αναμεταξύ τους· η μία, του λογικού και γι’ αυτό λέγεται, θέλησις λογική, και ανώτερη· η άλλη, της αισθήσεως και γι’ αυτό ονομάζεται, θέλησις αισθητική και κατώτερη, η οποία ακόμη πιο συνηθισμένα, ονομάζεται θέλησις άλογη, θέλησις διαθέσεως σάρκας και πάθους· με την ανώτερη και λογική θέληση επιθυμούμε όλα τα καλά· και με την κατώτερη και παράλογη θέληση, επιθυμούμε όλα τα κακά· λοιπόν, όταν εμείς θέλουμε κανένα πράγμα με μόνον την αίσθηση, έως που δεν ταιριάζουμε με την ανώτερη και λογική θέληση να το θέλουμε, δεν λογαριάζεται, ότι το θέλουμε στα αλήθεια. Οπότε όλος ο αόρατος πόλεμος, πρώτα σε αυτό μένει, δηλαδή, στο να μη γέρνει η ανώτερη θέληση στη κατώτερη. Γιατί, η λογική θέληση, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη θέληση του Θεού, που μένει πάνω της και σε εκείνη της αισθήσεως, που είναι κάτω της, πολεμείται πάντα και από τη μία και από την άλλη. Επειδή και κάθε μία από αυτές θέλει να την παρασύρει και να την υποτάξει στον εαυτό της.[1]

Γι’ αυτό, μεγάλη δοκιμασία και κόπο, και μάλιστα στην αρχή, δοκιμάζουν εκείνοι, που συνήθισαν στο κακό, όταν αποφασίσουν να αλλάξουν την κοσμική και σαρκική τους ζωή και να παραδοθούν στην αγάπη και υπηρεσία του Θεού. Γιατί, τις αντιθέσεις που δέχεται η λογική θέλησή τους, από την θέληση του Θεού και από την θέληση της αισθήσεως, οι οποίες μένουν από το ένα μέρος και από το άλλο και την πολεμούν, είναι τόσο δυνατές, που με μεγάλη δοκιμασία τις αισθάνονται, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε εκείνους, που συνήθισαν ήδη, ή στις αρετές ή στις κακίες και που αναπαύονται να ζουν ή σε εκείνες ή σε αυτές.

Γιατί, οι μεν ενάρετοι, συμφωνούν εύκολα στην θέληση του Θεού, οι δε κακοί, κλίνουν σε εκείνη της αισθήσεως, χωρίς καμία αντίθεση.[2] Οπότε, ας μην καυχάται κανείς, πως μπορεί να αποκτήσει τις αληθινές χριστιανικές αρετές και να υπηρετήσει τον Θεό, καθώς πρέπει, αν δεν βιάσει στα αλήθεια τον εαυτό του για να εγκαταλείψει όχι μόνο τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις, αλλά ακόμη και τις μικρότερες, στις οποίες ήταν πριν αφοσιωμένος με κοσμική αγάπη. Και από αυτό συμβαίνει να φθάνουν στην τελειότητα πολύ λίγοι.[3] Γιατί, αφού κατάκτησαν με κόπο τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις, δεν θέλουν μετά από αυτά να πιέσουν τον εαυτό τους, στο να νικήσουν και τις μικρότερες και ασήμαντες επιθυμίες τους, οι οποίες κάθε ώρα τους κατακτούν.

Για παράδειγμα· υπάρχουν μερικοί, που δεν παίρνουν το ξένο πράγμα, αλλά όμως αγαπάνε με υπερβολή το δικό τους· είναι άλλοι που δεν ζητάνε τιμές με αθέμιτα και άπρεπα μέσα· όμως, δεν τις σιχαίνονται, καθώς έχουν χρέος, αλλά και τις επιθυμούν, και κάποιες φορές τις γυρεύουν με άλλους διαφόρους τρόπους. Άλλοι πάλι, κρατάνε τις νομοθετημένες νηστείες κατά την υποχρέωσή τους, όμως κυριεύονται από την αδηφαγία και την βουλιμία, τρώγοντας περισσότερο από αυτό που τους είναι αρκετό. Άλλοι ζουν με εγκράτεια, όμως δεν ξεκολλάνε από κάποιες παρέες, που τους αρέσουν, οι οποίες τους προξενούν μεγάλο εμπόδιο στην πνευματική ζωή και στη ένωση με το Θεό· και μάλιστα, οι εκείνες οι συναναστροφές, που γίνονται με πρόσωπα νέα και ευλαβή, από τα οποία όσο λιγότερο φοβάται κάποιος, τόσο περισσότερο πρέπει να τα αποφεύγει.[4]

Οπότε, από αυτά που είπαμε, ακολουθεί σε αυτούς το γεγονός ότι κάνουν τα καλά έργα, ατελή, ελλιπή και ταιριασμένα με την επιθυμία της τιμής και των επαίνων του κόσμου. Από αυτά, σαν επακόλουθο έρχεται το να μη προκόβουν στο δρόμο της σωτηρίας, αλλά να επιστρέφουν και πίσω και να ξαναπέφτουν στα πρώτα κακά· γιατί δεν αγαπάνε την αληθινή αρετή, ούτε φαίνονται ευχάριστοι στο Θεό, που τους λύτρωσε πριν από την τυραννία του διαβόλου· από αυτά ακόμη ακολουθεί να είναι αυτοί αμαθείς πάντα και τυφλοί στο να μη βλέπουν τον κίνδυνο που βρίσκονται σε κάποια στιγμή, που νομίζουν πως είναι ασφαλείς και ακίνδυνοι.

Και εδώ φανερώνεται μία πλάνη, τόσο περισσότερο επιζήμια, όσο είναι λιγότερο γνωστή· επειδή, είναι πολλοί που ακολουθούν την πνευματική ζωή, αγαπάνε όμως περισσότερο από ότι πρέπει τον εαυτό τους (αν και στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν να τον αγαπούν). Γιατί, καταπιάνονται περισσότερο, με εκείνα τα αγωνίσματα, που γέρνει η επιθυμία τους και αφήνουν τα άλλα, που έρχονται σε αντίθεση με τη φυσική τους κλίση και στις επιθυμίες των αισθήσεων, τις οποίες, έπρεπε με κάθε δίκαιο να πολεμούν με όλες τους τις δυνάμεις.

Για αυτό, αγαπητέ εν Κυρίω, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω να αγαπάς πάντα την δυσκολία και τη δοκιμασία, που φέρνει μαζί του αυτός ο πόλεμος, ακόμη και αν νικηθείς κάποτε σε αυτόν. Γιατί λέει ο Σειράχ· «Μη μισήσεις κουραστική εργασία» (7, 15). Γιατί εδώ βρίσκονται τα πάντα. Επειδή και όσο πιο δυνατά αγαπήσεις τη δυσκολία που δείχνει στους αρχάριους η αρετή και ο πόλεμος, τόσο περισσότερο και πιο γρήγορα θα νικήσεις· τι λέω; εάν εσύ αγαπήσεις περισσότερο τον βασανιστικό πόλεμο των παθών, παρά τις δικές σου αρετές και τις νίκες, φυσικά πολύ πιο γρήγορα θα αποκτήσεις κάθε καλό.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Ο Αόρατος Πόλεμος, Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, 2015

[1] Οι τρεις αυτές θελήσεις, ονομάζονται και νόμοι από τον Απόστολο Παύλο (Ρωμ. κεφ. 7). Η λογική θέλησις, νόμος του νου, ο παράλογος νόμος που βρίσκεται στα μέλη και αντιστρατεύεται το νόμο του νου, η επιθυμία του Θεού, νόμος πνευματικός και νόμος του Θεού, με τον οποίο συνδέεται ο νόμος του νου, προσθέτει δε και τέταρτο νόμο, τον της αμαρτίας· ο οποίος είναι, κατά την ερμηνεία του θείου Δαμασκηνού, η από τον εχθρό εξαπολυμένη επίθεσις των κακών λογισμών, στην οποία αιχμαλωτίζει τον νου ο νόμος που βρίσκεται στα μέλη· την δε λογική επιθυμία, και νόμο του νοός, ο Θείος Δαμασκηνός, ονομάζει συνείδηση (Βιβλ. Θεολόγ. κεφ. 99).

[2] Επειδή, κατά τον Σολομώντα «Ὅταν ἔλθη ἀσεβὴς εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ».(Παρ. ιη΄ 3).

[3] Γιατί τόσο μεγάλο και λεπτό πράγμα είναι η τελειότητα και η ένωσις με τον Θεόν, ώστε ένα τόσο μικρό εμπόδιο, όσο είναι μία μοναχή τρίχα, μπορεί να την στερήσει από μας και να μη μας αφήσει να ενωθούμε με τον Θεό, καθώς λέγει ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος (Λογ. νζ΄).«Ἤγουν, ἂν ἔχωμεν ἀπὸ ἀμέλειάν μας κανένα μικρὸ λογισμόν, ἢ δισταγμὸν ἀπιστίας, ἢ διψυχίας, ἢ δειλίας, ἢ ἄλλο κανένα πάθος καὶ προσπάθειαν, δὲν θέλομεν ἀξιωθῆ νὰ ἔχωμεν ἐγκάτοικον τὸν Θεὸν εἰς τὴν ψυχήν μας».

[4] Σημείωσε εδώ, αδελφέ, και για κάποιες φυσικές κλίσεις ή πάθη, τα οποία ούτε θανάσιμα αμαρτήματα λέγονται, ούτε συγγνωστά, με το να μη γίνονται από την προαίρεσή μας, είναι εξαρτημένα από την ιδιοσυγκρασία των σωμάτων αυτά δε ονομάζονται ατελειότητες, ελαττώματα και ψεγάδια φυσικά, καθώς λόγου χάρι, είναι πολλοί από τη φύση τους πικροί και μελαγχολικοί· άλλοι αυστηροί και οξύθυμοι· άλλοι ελαφροί στο λογισμό και ασύστατοι, άλλοι πεισματώδεις· άλλοι φιλόφιλοι και άλλοι έχουν άλλα φυσικά ελαττώματα. Οπότε και κατά αυτών των ελαττωμάτων πρέπει να πολεμάμε, διορθώνοντας τις υπερβολές και τις ελλείψεις τους με την διάκριση του σωστού λόγου και μετατρέποντας αυτά σε αρετές. Γιατί κανένα φυσικό, όσο και αν είναι άγριο, δεν αντιστέκεται τόσο στην προαίρεση, που με την χάρη του Θεού και με τον κόπο και την επιμέλεια τη δική μας, να μην μπορεί να νικηθεί. Λέγω δε να πολεμούμε και αυτά, γιατί αν και φυσικά και όχι και προαιρετικά, μας εμποδίζουν όμως από την τελειότητα.