banner_psixofeli

Η ταπείνωση είναι μίμηση του Χριστού, η αλαζονεία και το θράσος και η αναίδεια είναι μίμηση του διαβόλου.

Μέγας Βασίλειος

ΙΕΡΩΣΥΝΗ

Ιερωσύνη

ΙερωσύνηΤι είναι η ιερωσύνη;
Η ιερωσύνη είναι ένα Μυστήριο κατά το οποίο με την επίθεση των χειρών του Επισκόπου και την επίκληση του Αγίου Πνεύματος καθιερώνονται οι λειτουργοί της Εκκλησίας, για να τελούν τα ιερά Μυστήρια και να ποιμαίνουν το ποίμνιο του Χριστού «Έτσι πρέπει να μας θεωρούν οι άνθρωποι, σαν υπηρέτες του Χριστού και οικονόμους των μυστηρίων του Θεού» (Α΄ Κορ. 4, 1). Και προς τους Επισκόπους μιλώντας πάλι ο Παύλος λέει «Προσέχετε τους εαυτούς σας και ολόκληρο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το άγιο σας έβαλε επισκόπους, για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Θεού, την οποία απέκτησε με το δικό Του Αίμα» (Πράξ. 20, 18).

Τι σημαίνει «να ποιμαίνουν το ποίμνιο του Χριστού»;
Σημαίνει να καθαγιάζουν με τα Μυστήρια τον λαό του Θεού και να του διδάσκουν την πίστη και την ευσέβεια.

Πόσοι βαθμοί ιερωσύνης υπάρχουν;
Τρεις: Του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ αυτών;
Ο διάκονος διακονεί, υπηρετεί στην τέλεση των Μυστηρίων· ο ιερέας -o πρεσβύτερος- τελεί τα Μυστήρια της Εκκλησίας· ο Επίσκοπος όχι μόνο τελεί ο ίδιος τα Μυστήρια, αλλά έχει επίσης την εξουσία να δίνει και σε άλλους την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, με την επίθεση των χειρών του, να τελούν τα ιερά Μυστήρια. Δηλαδή ο Επίσκοπος έχει, μόνο αυτός, την εξουσία της χειροτονίας. Περί της εξουσία του Επισκόπου ο Παύλος γράφει στον Τίτο: «Για τον σκοπό αυτό σε άφησα στην Κρήτη, για να διορθώσεις τα ελλιπή και να εγκαταστήσεις σε κάθε πόλη πρεσβυτέρους, όπως εγώ σε διέταξα» (Τίτ. 1, 5). Και προς τον Τιμόθεο ο Παύλος πάλι λέει: «Κανένα μη χειροτονείς γρήγορα» (Α΄ Τιμ. 5, 22).

Αφού ο απόστολος Παύλος λέει ότι ένας είναι ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός (βλ. Α΄ Τιμ. 2, 5), τι χρειάζονται οι ιερείς;
Πραγματικά μια είναι η ιερωσύνη στην Εκκλησία, η ιερωσύνη του Χριστού, οι δε τρεις βαθμοί ιερωσύνης που αναφέραμε, του διακόνου, του πρεσβυτέρου και του Επισκόπου, είναι συμμετοχή, κατ’ ανάλογο βαθμό και κατά ειδικό τρόπο, στην μια ιερωσύνη του Χριστού.

Γιατί ο διάκονος, πρεσβύτερος και Επίσκοπος, έχουν κατά ειδικό τρόπο συμμετοχή στην ιερωσύνη του Χριστού;
Γιατί κατά γενικό τρόπο όλα τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας μετέχουν στην εξουσία και την δύναμη της ιερωσύνης του Χριστού. Αυτή την σημασία έχει το «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α΄ Πέτρ. 2, 5.9. Αποκ. 1, 6. 5, 10). που αναφέρεται σ’ όλους τους πιστούς. «Η χαρισματική εξουσία της ιερωσύνης, που κάνει δυνατή την ένωση των μελών της Εκκλησίας με τον Θεό, συγκροτεί όλο το σώμα (της Εκκλησίας) και διακλαδίζεται σε γενική και ειδική ιερωσύνη. Πρόκειται για μια ιερωσύνη, την ιερωσύνη του Χριστού που είναι οργανικά συνδεδεμένη με το εκκλησιαστικό σώμα. Μέσα σε τούτη τη γενική ιερωσύνη φύεται το ειδικό χάρισμα που το έχουν με τη χειροτονία ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος και ο διάκονος. Η ειδική ιερωσύνη του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου είναι χαρισματική λειτουργία που κάνει δυνατή την αύξηση και προκοπή του σώματος (της Εκκλησίας). Έτσι δεν υπάρχει πια ούτε μεσιτική ούτε κυριαρχική εξουσία από την πλευρά των κατόχων του χαρίσματος της ιερωσύνης. Άλλωστε το ειδικό αυτό χάρισμα ενεργοποιείται μόνο μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, στο σύνολο του λαού, θα λέγαμε, και με κανένα τρόπο έξω απ’ αυτό. Δεν μπορεί να διακριθεί σαν κάτι αυτόνομο, γιατί είναι η κεντρική λειτουργία του σώματος… Έτσι η ειδική ιερωσύνη είναι ενταγμένη λειτουργικά στην γενική ιερωσύνη όλου του σώματος της Εκκλησίας» (Ματσούκας, Δογματική … σ. 490-492)

Μπορεί ο καθένας να χειροτονηθεί και να λάβει το ειδικό χάρισμα της ιερωσύνης;
Υπάρχουν και κωλύματα και όποιος βαρύνεται με αυτά δεν επιτρέπεται να χειροτονηθεί.

Ποια είναι τα κωλύματα ιερωσύνης;
Παραθέτουμε όσα γράφει ο αείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Καλλίνικος: «Εις ιερωσύνην δεν γίνεται δεκτός ο ασεβής, ο αιρετικός, ο αποστάτης. Ουδέ ο γόης και ο περί τα σκότια καταγινόμενος. Ουδέ ο κλέπτης, ο τυμβωρύχος και ο ιερόδουλος. Ουδέ ο μοιχός και ο πόρνος. Ουδέ ο μετά χήρας ή διαζευμένης ή ελαφρών ηθών συνεζευγμένος. Ουδέ ο δίγαμος. Ουδέ ο ανθρωποκτονήσας ή εαυτόν ακρωτηριάσας. Ουδέ ο τυφλός ή κωφός. Ουδέ ο μήπω την κανονικήν ηλικίαν κεκτημένος. Ουδέ ο νεοφώτιστος ή ο των κλινικών δεχθείς βάπτισμα. Ουδέ ο ψευδορκήσας και μάλιστα επί δημοσίου δικαστηρίου. Ουδέ ο οπωσδήποτε την υπόληψιν αυτού χράνας και τας συνειδήσεις των χριστιανών σκανδαλίσας. Ουδέ ο αναλφάβητος και αθεολόγητος, ίνα μη ο τυφλός γίνη των τυφλών οδηγός. Ουδέ τέλος ο κατά το σώμα ή το ήθος ή την υπόληψιν ή διάνοιαν μη τετράγωνος και ολόκληρος. Αλλά τις λοιπόν δικαιούται εις τας ιερατικάς να συγκαταριθμηθεί τάξεις; Ο αρτιμελής. Ο τας φρένας και το ήθος πλήρης. Ο τουλάχιστον κατά την φρόνησιν, εάν μη την τρίχα, πολιός. Ο παρά των έξωθεν έχων μαρτυρίαν αγαθήν. Ο μονόγαμος, και τούτο μόνο επί πρεσβυτέρου, διακόνου και των επιλοίπων, διότι ο επισκοπής ορεγόμενος ανάγκη, κατά την κρατήσασαν τάξιν, να λαμβάνηται ή εκ των παρθένων ή εκ των σωφρόνων. Ο κατά το παράδειγμα των μαθητών του Χριστού καταλλήλως επί χρόνον προπαιδευθείς, δια να είναι ικανός και το ποίμνιον να φωτίζη και τους αντιλέγοντας να αποστομώνη. Ο υψηλότερα των άλλων κατά την ηθικήν ιστάμενος και αγνότητα βίου εγκεκομβωμένος και θείου ζήλου εμπεφορημένος και χρημάτων κρείττων και κοινωνικών ψευδών υπέρτερος. Ο τας Γραφάς και του Πατέρας μελετών και δι’ ενδελεχούς προσευχής μετά του θείου επικοινωνών. Ο όχι σιμωνιακώς ή τη ευνοία κοσμικών αρχόντων συλήσας την χάριν και εισπηδήσας από το παράθυρον, αλλ’ ο δυνάμει των οικείων προσόντων εισελθών δια της θύρας». (Ο Χριστιαν. ναός … σ. 445-6).

Είναι δεκτή η ιερωσύνη των αιρετικών ή σχισματικών, όταν προσέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά την πίστη μας η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν ενεργεί έξω από την μία, αληθινή Εκκλησία, η οποία είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο άγιος Ειρηναίος είπε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι όπου είναι η Εκκλησία («Udi Ecclesia, ibi et Spiritus Sanctus»). Έτσι λοιπόν, κατ’ αρχήν δεν μπορούμε να παραδεχτούμε κανένα Μυστήριο τελούμενο έξω από την Εκκλησία μας. Έτσι οι άγιοι Πατέρες μας αποδοκιμάζουν τα μυστήρια των αιρετικών και σχισματικών. Και ο 46ος Κανόνας των αγίων Αποστόλων διατάσσει καθαίρεση στον Επίσκοπο ή τον Πρεσβύτερο που δέχεται ως νόμιμο το βάπτισμα των αιρετικών: «Ἐπίσκοπον ἤ πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἤ θυσίαν, καθερεῖσθαι προστάσσομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς βελίαρ; Ἤ τίς μερίς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;» Και ο Μ. Βασίλειος λέει ομοίως για το θέμα αυτό ότι δεν αναγνωρίζει επίσκοπο χειροτονηθέντα από αιρετικούς: «Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδὲ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τὸν παρὰ τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐμὴ κρίσις» (Επιστολή 240, 3).
Ενώ αυτή είναι η θεωρητική βάση, ότι είναι άδεκτα τα μυστήρια των αιρετικών, όμως στην πράξη η Εκκλησία μας και παλιότερα και τώρα δέχεται τα μυστήρια πολλών αιρετικών, που προσέρχονται σ’ αυτή. Συμβαίνει δε πολλές φορές των ίδιων αιρετικών, άλλοτε να δέχεται τα μυστήρια και άλλοτε όχι.

Πώς συμβαίνει αυτή η διαφωνία θεωρίας και πράξης στην Εκκλησίας και να γίνονται δεκτά τα μυστήρια των αιρετικών;
Το πράγμα εξηγείται κατά τον Μέγα Βασίλειο δια της οικονομίας. Κατ’ οικονομία μόνο γίνονται δεκτά τα μυστήρια των αιρετικών ή σχισματικών που προσέρχονται στην Εκκλησία. Δηλαδή: Αν και μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ταμιούχος της θείας Χάριτος, όμως μπορεί να αναγνωρίσει τα μυστήρια των ερχομένων σ’ Αυτή αιρετικών, χάρη των αγαθών που θα λάβουν από την προσέλευσή τους αυτή ή προς αποτροπή μεγαλύτερου κακού· τα δέχεται δε η Εκκλησία μας στην περίπτωση αυτή τα μυστήρια των αιρετικών οικονομικά και συγκαταβατικά, χωρίς και να τα πιστεύει ότι έχουν από την αρχή εγκυρότητα. Η Εκκλησία μας, ακριβώς με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος που έχει, είναι κυρίαρχος των μυστηρίων των αιρετικών και μπορεί κατά τις περιστάσεις να τα μεταβάλει από φύσει μη άκυρα σε έγκυρα.

Επαναλαμβάνεται η χειροτονία σ’ έναν ήδη χειροτονημένο;
Όχι! Η Χάρη της ιερωσύνης μεταδίδεται μια φορά σε ένα πρόσωπο, δεν επιτρέπεται δε η αναχειροτόνησή του. Ο 68ος Κανόνας των αγίων Αποστόλων λέει: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος δευτέραν χειροτονίαν δέξηται καθαιρείσθω καὶ αὐτός καὶ ὁ χειροτονήσας».

Γιατί δεν επαναλαμβάνεται η χειροτονία;
Η ιερωσύνη, όπως και το βάπτισμα, δεν επαναλαμβάνονται σ’ εκείνον που τα δέχτηκε μια φορά, γιατί, όπως ερμηνεύει ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, τα Μυστήρια αυτά γίνονται εις τύπον του θανάτου του Κυρίου, που έγινε μια φορά. Και οι βαπτιζόμενοι βαπτίζονται στον θάνατο του Κυρίου, όπως λέει ο απόστολος Παύλος (βλ. Ρωμ. 6, 3)· και οι ιερείς πάλι, κι αν εκπέσουν από την ιερωσύνη, δεν χειροτονούνται για δεύτερη φορά, επειδή εκτυπώνουν τον πρώτο και μέγα Ιερέα, ο Οποίος «μπήκε μια για πάντα στα Άγια των αγίων και εξασφάλισε αιώνια λύτρωση», όπως λέει πάλι ο Παύλος (Εβρ. 9, 12). Δεν αναχειροτονείται, λοιπόν, ο ιερεύς, γιατί είναι αδιάπτωτη η ιερωσύνη στον Χριστό, του Οποίου τύπος είναι ο ιερέας. Η ιερωσύνη έχει «ανεξάλειπτο» χαρακτήρα, όπως λέγουν οι θεολόγοι. (βλ. Πηδάλιον, Έκδοση Ρηγοπούλου, σ. 90).

Πώς πρέπει να τιμάμε τους Επισκόπους και ιερείς;
Επειδή το αξίωμα των Επισκόπων και των ιερέων είναι μέγα, μέγας πρέπει να είναι και ο σεβασμός μας και η τιμή μας προς αυτούς. Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης λέει: «Ο Επίσκοπος και αρχιερεύς εις τύπον ων του Κυρίου και κεφαλή του της Εκκλησίας σώματος αισθητή λογιζόμενος, πρέπει να απολαμβάνη περισσοτέραν από τους άλλους ιερωμένους τιμήν» (από την ερμηνεία του στον ΝΕ΄ Κανόνα των αγίων Αποστόλων). Και ο Γέροντας Σιλουανός λέει περί του Επισκόπου: «Και τι να πούμε για τον επίσκοπο; Στους επισκόπους δόθηκε η μεγάλη χάρη του Αγίου Πνεύματος· αυτοί τοποθετήθηκαν πάνω απ’ όλους και σαν αετοί ανεβαίνουν στα ύψη και από εκεί ατενίζουν το ατέλειωτο διάστημα και με θεολογική γνώση ποιμαίνουν την ποίμνη του Χριστού.
Το Άγιο Πνεύμα, όπως είπαμε, τοποθέτησε τους επισκόπους στην Εκκλησία για να ποιμαίνουν το ποίμνιο του Κυρίου. Κι αν το θυμόνταν αυτό οι άνθρωποι, θ΄ αγαπούσαν με μεγάλη αγάπη τους ποιμένες κι η ψυχή τους θα χαιρόταν και μόνο με την εμφάνιση ενός ποιμένα. Όποιος έχει μέσα του τη χάρη του Άγιου Πνεύματος, αυτός ξέρει για τι μιλω.
Ένας ταπεινός και πράος άνθρωπος περπατούσε με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του. Στο δρόμο τους συνάντησαν έναν αρχιερέα που περνούσε πάνω στ’ αμάξι του
· κι όταν ο χωρικός υποκλίθηκε μ’ ευλάβεια προς αυτόν, τότε είδε τον αρχιερέα που τον ευλογούσε να περιβάλλεται από τη φωτιά της χάρης». (Ο Γέροντας Σιλουανός. Έκδοσις Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας, σ. 437-438).
Και ο άγιος Ιωάννης ο ιερέας της Κρονστάνδης λέει περί του Επισκόπου: «Ο Επίσκοπος είναι στην επαρχία του, μετά τον Θεό και την Θεοτόκο, η πηγή του αγιασμού για όλους τους χριστιανούς του ποιμνίου του και γι’ αυτό πρέπει όλοι να τον έχουν σε μεγάλη υπόληψι και αγάπη σαν τον πληρέστερον τελεσιουργό των αγίων μυστηρίων». (Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης, Έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, σ. 113).
Περί της τιμής προς τους ιερείς ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε: «Οι κοσμικοί να τιμάτε τους ιερείς σας· και αν τύχη ένας ιερεύς και ένας βασιλεύς, τον ιερέα να προτιμήσῃς· και αν τύχη ένας ιερεύς και ένας άγγελος, τον ιερέα να προτιμήσῃς, διότι ο ιερεύς είνε ανώτερος από τους αγγέλους. Ο δε ιερεύς οπού θέλει το καλόν του, να διαβάση τον Νόμον, να καταλάβη το χρέος του. Διά τους αγίους ιερείς δεν έχω να σας πω τίποτε. Εγώ έχω χρέος όταν απαντήσω ιερέα να σκύψω να του φιλήσω τα χέρια και να τον παρακαλέσω να παρακαλή τον Θεόν διά τας αμαρτίας μου. Διότι όλος ο κόσμος να παρακαλέσῃ τον Θεόν δεν δύνανται να τελειώσουν τα Άχραντα Μυστήρια, και ένας ιερεύς, έστω και αμαρτωλός, δύναται με την χάριν του Αγίου Πνεύματος να τα τελειώση». Συνιστούσε δε ο άγιος στον λαό να προσέχουν να μη κατηγορούν του ιερείς· έλεγε: «Να προσέχετε, αδελφοί μου, οι κοσμικοί να μη κατηγορήτε τους παπάδες σας, να μη τους υβρίζετε και να μη τους παραμελήτε, διότι βάνετε φωτιά και καίεσθε· διότι οι παπάδες είνε ανώτεροι και από τους αγγέλους και από τους βασιλείς. Εγώ, αδελφοί μου, η γνώμη μου έτσι με λέγει να κάμω. Εάν απαντώ ένα παπά και ένα βασιλέα, με φαίνεται εύλογον τον παπά να βάλω να καθήση υψηλότερα από τον βασιλέα· και εάν απαντήσω ένα παπά και ένα άγγελον, πρώτα θα χαιρετήσω τον παπά και έπειτα τον άγγελον· διότι, αδελφοί μου, είνε ανώτερος και από την Αγίαν Τράπεζαν, ανώτερος και από το άγιον Ποτήριον. Διότι τό άγιον Ποτήριον είνε άψυχον, μα ο ιερεύς μεταλαμβάνει τα Άχραντα Μυστήρια καθ᾿ εκάστην ημέραν, το τίμιον σῶμα και αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού. Εγώ, αδελφοί μου, δεν έχω καμμίαν κατηγορίαν να κάμω των παπάδων, διότι είνε παπάδες και έχουν τον Χριστόν οπού τους παιδεύει και ό,τι σφάλμα κάμουν οι παπάδες, έχει ο Χριστός μας ράβδον σιδηράν δι᾿ αυτούς».

Αρχιμανδρίτου Ιερεμίου Φούντα, Ορθόδοξη Κατήχηση,
Ενοριακό Ταμείο Έργων Φιλαδελφίας Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέου Σαλαμίνος, Σαλαμίνα, 1990, σ. 205-214