banner_psixofeli

Πρέπει να έχουμε στον ουρανό τα βλέματά μας. Τότε δεν θα μας κλονίσει τίποτε.

Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής

Αργά βαδίζει ο Χριστός


16/1/2018

Αργά βαδίζει ο Χριστός

Για όσους προσμένουν με ανυπομονησία τη Βασιλεία του Χριστού

Λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι, ὕστερον δὲ ἀκολουθήσεις μοι.
Ιω. 13, 36

Αργά περπατά ο Χριστός, αγαπητά αδέλφια. Προσέχει πού θα σταθεί το άγιο πόδι Του, γιατί δεν θέλει να σταθεί στο αίμα. Επιλέγει στενά σοκάκια στη γη, στενόχωρα, γιατί δεν μπορεί να περπατά στην πλατιά ιδιοκτησία της αμαρτίας. Ξεγλιστρά ανάμεσα στους ληστές, διαγκωνιζόμενος διαρκώς, γιατί πρέπει να περάσει μπροστά.

Έρχεται, φερ’ ειπείν, ο Χριστός σε μας σαν φιλοξενούμενος και μας ρωτά:

«Δείξτε μου δρόμο χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία και χωρίς ληστές!»

Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να Του δώσουμε; Πού θα βρίσκαμε δρόμο άξιο του βαδίσματος Του; Εάν κόχλαζε όλο το ξεραμένο αίμα από τη γη, η γη θα παρουσίαζε έναν ωκεανό αίματος. Εάν άναβε φωτιά σε κάθε μέρος ατιμασμένο από την αμαρτία, η γη θα είχε μεταμορφωθεί σε μία φλεγόμενη κόλαση. Εάν είχαν αναστηθεί όλοι οι νεκροί ληστές και παρέλαυναν στη γη μαζί με τους ζωντανούς, η γη θα ήταν ένα αδιάβατο δάσος ανθρώπινων σωμάτων.

Δεν θα μπορούσαμε να Του πούμε: «Πήγαινε, Κύριε, στις πόλεις». Γιατί οι πόλεις σημαίνουν άθροισμα και εγγύτητα. Κι αυτά τα δύο προκαλούν και δυναμώνουν την αμαρτία.

Δεν θα μπορούσαμε να Του πούμε: «Πήγαινε, Κύριε, στα χωριά». Διότι δεν υπάρχει χωριό που να μη μοιάζει με τη χώρα των Γαδαρηνών, καταφύγιο κακών πνευμάτων.

Δεν θα μπορούσαμε να Του πούμε: «Πήγαινε, Κύριε, στο δάσος». Γιατί το δάσος είναι παλιός σύμμαχος των ληστών και των αμαρτωλών. Στο δάσος ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ.

Δεν θα μπορούσαμε να Του πούμε: «Πήγαινε, Κύριε, στη θάλασσα». Η θάλασσα είναι τάφος των πειρατών, των τυχοδιωκτών και της πολεμικής δόξας.

Δεν θα μπορούσαμε να Του πούμε: «Πήγαινε, Κύριε, στον αέρα». Και από τον αέρα ο άνθρωπος διέπραξε εγκλήματα επάνω στα αδέλφια του.

Εμείς, οι απλοί θνητοί, βαδίζουμε χωρίς φόβο και επιφύλαξη στα βήματα των σκυλιών, των τίγρεων, των υαινών και των καμηλών. Όμως, ποιος από μας θα τολμούσε να προτείνει στο Χριστό: «Πήγαινε, Υιέ του Θεού, με τα βήματα που πηγαίνουμε εμείς»; Κανείς. Μόνο ένα θα μπορούσαμε να του πούμε όλοι εμείς: «Μην έρχεσαι, Κύριε, μέχρι να κτίσουμε δρόμο για Σένα»!

Εμείς, οι απλοί θνητοί, μπορούμε να ξαποστάσουμε σε κάθε σπίτι. Όμως, ποιος από μας θα ήξερε να δώσει στο Χριστό την απάντηση στο ερώτημα: «Πού είναι το σπίτι όπου εγώ θα μπορούσα να ξαποστάσω;».

Εγώ, εσύ και κάποιος τρίτος θα του δίναμε τρεις διαφορετικές απαντήσεις.

Εγώ θα του έλεγα: «Εσύ είσαι βασιλιάς, Κύριε, πήγαινε στα παλάτια»! Όμως, θα είχα κάνει λάθος. Λίγες φορές έγιναν τα παλάτια χώρα των Γαδαρηνών, καταφύγιο των κακών πνευμάτων; Μπορεί ο Χριστός να φιλοξενηθεί στον Ηρώδη και στον Νέρωνα;

Εσύ θα του έλεγες: «Πήγαινε στους ναούς, Κύριε, εσύ είσαι ο αρχιερέας». Όμως θα είχες κάνει λάθος. Πώς θα μπορούσε να ξαποστάσει ο Χριστός στο ναό τον περικυκλωμένο από τα οστά των νεκρών και λερωμένο από ακάθαρτες προσευχές και ανόητες επιθυμίες;

Κάποιος τρίτος θα του έλεγε: «Εσύ, Κύριε, είσαι φίλος των φτωχών, πήγαινε στο σπίτι των ψαράδων, όπως πήγες στον Πέτρο και τον Ανδρέα». Όμως, ποιος βεβαιώνει ότι οι ψαράδες θα του προσφέρουν ψάρι και όχι φίδι; Ή αλλιώς θα του έλεγε: «Πήγαινε, Κύριε, στο σπίτι των πλουσίων, όπως του Ζακχαίου και του Νικόδημου». Όμως, ποιος ξέρει εάν στα γεμάτα χλιδή και αμαρτία σπίτια θα βρεθεί αέρας για τον Χριστό; Ποιος ξέρει εάν στα σπίτια τα γεμάτα γλυκά θα βρεθεί κάποιο ψίχουλο για τον Χριστό;

Και έτσι θα κάνουμε λάθος και εγώ και εσύ και αυτός. Όπου κι αν πατούσε ο Χριστός, το βάδισμά του θα ζωντάνευε όλη την ιστορία του τόπου εξαρχής. Εάν εγώ τον έμπαζα στο παλάτι και έβλεπα όλα εκείνα που ζωντανεύουν μπροστά στο βλέμμα Του, εγώ θα είχα ντραπεί. Θα είχες ντραπεί και εσύ με τον Χριστό στο ναό, θα είχε ντραπεί και ο τρίτος με τον Χριστό ανάμεσα στους φτωχούς.

Όμως, και εγώ και εσύ και ο τρίτος, εάν βλέπαμε γύρω μας καλά, θα μπορούσαμε να δώσουμε μία απάντηση στον Χριστό: «Απομακρύνσου από μάς, Κύριε, αφού δεν έχουμε κτίσει ακόμα σπίτι αντάξιό Σου».

Δεν θα είχαμε βασανιστεί λιγότερο για να απαντήσουμε στο ερώτημα του Χριστού: «Σε ποιους καιρούς να έρθω σε εσάς;». Διότι ποια εποχή υπήρξε χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία, χωρίς ληστές; Και ο ίδιος ο καιρός όπου ο Χριστός εμφανίστηκε στη γη δεν ήταν ο καιρός του Χριστού, αλλά ο καιρός του εγκλήματος και του Γολγοθά. Ένα μόνο θα μπορούσαμε να απαντήσουμε στον Χριστό: «Μην έρχεσαι. Κύριε, αφού δεν είναι ακόμα ο καιρός για τον ερχομό Σου».

Και έτσι, εάν αναγγελλόταν ο ερχομός του Χριστού, δεν θα ξέραμε ούτε τον δρόμο να Του δείξουμε ούτε να Του προσφέρουμε σπίτι να μείνει ούτε να προσδιορίσουμε τον χρόνο. Θα ήμασταν αμήχανοι και ντροπιασμένοι, όπως οι πολίτες μιας μικρής κωμόπολης που έρχονται σε αμηχανία και ντροπή στην αναγγελία του ερχομού του άρχοντα στον τόπο τους. Μέχρι τότε ξέγνοιαστοι και ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους οι επαρχιώτες επαίρονται με την κωμόπολή τους και υπερηφανεύονται για τα κάλλη της και τον πλούτο της. Όμως, στην είδηση του ερχομού του άρχοντα, μόλις τότε ανοίγουν τα μάτια τους, και βλέπουν εκείνο που έως τότε δεν έβλεπαν, και αισθάνονται εκείνο που έως τότε δεν αισθάνονταν. Μόλις τότε βλέπουν τη μιζέρια του τόπου τους, βλέπουν τα άβαφα σπίτια, τους κατεστραμμένους δρόμους, τις βρόμικες αυλές, τον χονδροκομμένο τσιφλικά, τους αδέξιους υπηρέτες, τις γελοίες, άκομψες επαρχιώτισσες κυρίες, τα ξυπόλυτα παιδιά, και όλα τα άλλα που μπορεί να δείχνουν την τέλεια μιζέρια ενός τόπου. Και βαθύ αίσθημα ντροπής πιάνει τότε τους κακόμοιρους νοικοκύρηδες. Και πρόθυμα θα μήνυαν στον άρχοντα να μην έρθει, εάν αυτό θα μπορούσε να τον αποτρέψει από την επίσκεψη.

Μια τέτοια όμοια περίπτωση συμβαίνει με τον Χριστό και εμάς. Όσο ακόμα δεν αναγγέλλεται η άφιξη του Χριστού, εμείς περήφανα σκεπτόμαστε: Ας έρθει ανά πάσα στιγμή· έχουμε καθαρούς δρόμους, στους οποίους θα τον οδηγήσουμε, και καθαρά σπίτια όπου θα μείνει. Έχουμε πιο ωραίους δρόμους από αυτούς που είχαν τα Ιεροσόλυμα και πιο ωραία σπίτια από αυτά της Τύρου και της Σιδώνας. Ίσως ο Χριστός να είχε ξαφνιαστεί με την κατασκευή των δρόμων μας και την πολυτέλεια των σπιτιών μας. Ας έρθει Εκείνος και οι δώδεκα απόστολοί Του – δεν θα ντραπούμε. Ας έρθει και Εκείνος και ο Θεός Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα, εμείς δεν θα ντραπούμε.

Όμως, ας πούμε ότι αναγγέλλεται ο ερχομός του Χριστού, και εμείς τότε σκεπτόμαστε πιο βαθιά. Μπροστά στο βλέμμα του Χριστού έρχονται στο φως όλα τα μυστικά, ανοίγουν οι σφραγίδες και κάτω από τα βήματά Του ανασταίνεται όλη η ιστορία του κόσμου από καταβολής του έως σήμερα. Και ο Χριστός θα έβλεπε μαζί μας την αμαρτία και το αίμα σε κάθε πήχυ της γης, κι ας είναι σκεπασμένη με γυαλιστερό πλακόστρωτο.

Θα είχαμε θυμηθεί να του ρίξουμε άνθη και να του στρώσουμε χαλί να πατήσει. Μάταια όμως· αυτά έκαναν στα Ιεροσόλυμα, όταν έμπαινε ο Χριστός, και ο Χριστός έμεινε αδιάφορος σε αυτά. Σήμερα, είκοσι αιώνες μετά από αυτό, και πάλι να υποδεχθούμε τον Χριστό σαν παιδιά, με λουλούδια και βάγια; Μα δεν θα μπορούσαμε να Του βγάλουμε στην υποδοχή τις καθαρές καρδιές, τα ανώτερα πνεύματα, τις καλές πράξεις σαν ώριμοι άνθρωποι;

Θα έπρεπε να Τον χαιρετήσουμε στην υποδοχή με μία δήλωση, μία και μοναδική. Που θα Του δημιουργούσε χαρά: «Κύριε, σε μας δεν υπάρχει χυμένο αίμα των αθώων και δεν υπάρχουν αμαρτίες ούτε ληστές».

Όμως, αυτό δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε χωρίς ψεύδος, και ποιος τολμά να ψεύδεται μπροστά σ’ Εκείνον, που όχι μόνο ξέρει, αλλά και βλέπει την αλήθεια;

Να Του φτιάχνουμε αψίδες του θριάμβου; Πόσο μίζερη σκέψη σε σχέση με τον Χριστό. Οι αψίδες θριάμβου φτιάχνονται για εκείνους που μπορούν να περάσουν κάτω απ’ αυτές. Όμως, δεν είναι πιο ψηλός ο Χριστός από τις υψηλότερες αψίδες θριάμβου; Οι φορείς της γήινης δόξας αποζητούν αψίδες θριάμβου, ενώ ο Χριστός είναι φορέας της ουράνιας δόξας. Ο ουράνιος θόλος είναι η άξια αψίδα θριάμβου για Εκείνον.

Και εμείς θα στρεφόμαστε δεξιά και αριστερά αναζητώντας έναν οίκο όπου θα μπορέσουμε να εισαγάγουμε τον Χριστό. Ο οίκος πρέπει να είναι στολισμένος με καθαρές καρδιές και ανώτερα πνεύματα και καλές πράξεις. Πού να βρεθεί τέτοιος οίκος; Υπάρχουν οίκοι γεμάτοι από παρδαλές και πολύχρωμες καρδιές, ρηχά πνεύματα και θλιβερά έργα. Πού να βρεθεί οίκος γεμάτος από εκείνα που αγαπά ο Χριστός;

Και ύστερα ποιος να βγει μπροστά και να σταθεί στο πρόσωπο του Χριστού; Μπροστά στους γήινους αυτοκράτορες και βασιλιάδες βγαίνουν οι πλούσιοι, οι πολεμιστές, και οι ιερείς. Και μάλιστα φιλονικούν για το ποιος θα σταθεί πλησιέστερα στις μεγαλειότητές τους. Όμως, μπροστά στον Χριστό κανείς απ’ αυτούς δεν θα βιαζόταν να τρέξει. Αντίθετα, αυτοί θα σπρώχνονταν προς τα πίσω και θα έψαχναν τόπο όσο γίνεται πιο απομακρυσμένο και κρυμμένο από το βλέμμα Του. Αφού ποιος μπορεί να αντέξει βλέμμα καθαρό σαν τις πηγές των Άλπεων και φλογερό σαν αστραπή στα μαύρα σύννεφα;

Και ύστερα ποιος να απλώσει το χέρι του για χειραψία με τον Χριστό εν ονόματι όλων; Ποιος έχει χέρι τόσο καθαρό, ώστε να τολμά να πιάσει το χέρι του Υιού του Θεού; Ποιος έχει χέρι τόσο δυνατό, ώστε να πιάσει τον Χριστό, χωρίς να τιναχθεί όλο του το σώμα σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα;

«Να βάλουμε μπροστά τα παιδιά!» Αυτό ίσως θα σκεφτόσασταν.

Όμως ούτε αυτό θα ήταν άξιο. Πριν από δυο χιλιάδες χρόνια ο Χριστός έβρισκε χαρά μόνο στα παιδιά. Σήμερα Εκείνος θέλει να δει ώριμους ανθρώπους, με τους οποίους θα χαιρόταν όπως χαιρόταν τότε με τα παιδιά.

Και θα πέφταμε σε αμηχανία. Και η ντροπή θα κατέκλυζε την ψυχή μας λόγω της απίστευτης φτώχειας του κόσμου. Και θα θυμώναμε με τους ανθρώπους και με τον εαυτό μας, μ’ εκείνους που βαδίζουν μπροστά και μ’ εκείνους που περπατούν πίσω. Και τρίζοντας τα χέρια μας με σκυμμένο βλέμμα και κατεβασμένο κεφάλι θα κραυγάζαμε: «Κύριε, μην έρχεσαι σ’ εμάς, τίποτα δεν είναι έτοιμο για την υποδοχή Σου! Είμαστε φτωχοί και αμαρτωλοί».

Όμως, μέχρι πότε να κρατάμε τον Χριστό στην εξορία; Μα δεν είναι αυτή η γη περισσότερο δικό Του σπίτι απ’ ό, τι δικό μας; Μα δεν βρίσκεται Αυτός πλησιέστερα στον Θεό, τον οικοδεσπότη του κόσμου, απ’ ό, τι εμείς; Δεν είμαστε υπερβολικά αυθάδεις όταν παριστάνουμε τα αφεντικά στο ξένο σπίτι, το σπίτι από το οποίο διώξαμε τον οικοδεσπότη και τα πιο αγαπημένα και πιο συγγενικά Του πρόσωπα;

Ο Χριστός είναι ο πιο αγαπημένος και πιο συγγενής του Θεού Πατέρα.

Ποιος είναι ο Χριστός; Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος, ώστε εμείς μετά από είκοσι αιώνες πρέπει να Τον υπολογίζουμε;

Αυτός είναι το βασικό αγαθό με το οποίο ζουν οι άνθρωποι. Δίχως Αυτόν, ο κόσμος θα επέστρεφε ξανά στο πρωταρχικό χάος. Όταν το κακό απειλούσε να χαλάσει την ισορροπία του κόσμου και να ρίξει καθετί στο σκότος του χάους, παρουσιάστηκε ένας Άνθρωπος, σταλμένος από τον Θεό, τρεφόμενος από τη γη, παραγνωρισμένος από τους ανθρώπους, εμφανιζόμενος ως Υιός Θεού, δυνατός στα λόγια και δυνατός στα έργα. Ήρθε ανάμεσα στους δικούς Του, όμως οι δικοί Του δεν Τον δέχτηκαν αλλά Τον περιφρόνησαν και Τον πέταξαν. Παρ’ όλα αυτά ο Θεός έφτιαξε από την πεταμένη πέτρα το θεμέλιο για ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.

Τούτος ο Άνθρωπος δεν ήταν σαν τους άλλους ανθρώπους, που συμπεριφέρονταν δουλικά απέναντι στους εαυτούς τους και ο ένας προς τον άλλον. Όχι· τούτος ήταν ο μόνος ελεύθερος Άνθρωπος που περπατούσε στη γη· Εκείνος συμπεριφερόταν πατρικά με τους καλούς και δεσποτικά με τους κακούς. Δρούσε σ’ αυτόν τον κόσμο όχι σαν μισθωτής αλλά σαν πραγματικός οικοδεσπότης στο σπίτι του. Ο μισθωτής ενδιαφέρεται μόνο να χορτάσει και να ξεδιψάσει, ακόμα και αν όλοι οι άλλοι γύρω του πεινούν· διότι αυτός που μισθώνει το χώρο αδιαφορεί αν το σπίτι θα παραμείνει ή θα καταστραφεί. Γι’ αυτόν το βασικό είναι να μην καταστραφεί ο ίδιος. Ο οικοδεσπότης όμως φροντίζει για όλο τον οίκο και για όλα τα άτομα στον οίκο και για την ευημερία τους, περισσότερο απ’ ό, τι για τον εαυτό του.

Χριστός! Τούτο το όνομα έγινε η σύνθεση όλων των ύψιστων ιδανικών του κόσμου. Η ελευθερία, ο λόγος, η αγάπη, η πίστη, η εργατικότητα, όλα αυτά βρίσκονται σ’ ένα όνομα: Χριστός. Τούτο το όνομα έγινε και σύμβολο και προστάτης κάθε ανώτερου νοήματος, κάθε ευγενικού αισθήματος, κάθε καλής προσπάθειας που υπηρετεί το γενικό καλό. Τούτο το όνομα είναι η προφητεία, που ακόμα δεν έχει πραγματοποιηθεί, η προφητεία κάθε ιδανικού. Όλα τα ιδανικά στον κόσμο θα πραγματοποιηθούν – τούτο σημαίνει το όνομα Χριστός. Όλοι οι άνθρωποι θα αισθανθούν μία μέρα σαν υιοί ενός Πατέρα.

Η ελευθερία θα βασιλεύσει μεταξύ των ανθρώπων και η αγάπη θα κυριαρχήσει επάνω στους ανθρώπους. Οι δουλικές ψυχές θα αφυπνιστούν και η ελευθερία θα μπει μέσα τους.

Θα έρθει καιρός που καταφρονημένος θα θεωρείται ο άνθρωπος που δεν πιστεύει στον Θεό.

Θα έρθει καιρός που όλοι οι άνθρωποι θα σκέπτονται και θα εργάζονται για το καλό όλων. Οι αδύναμοι θα ενισχυθούν, ενώ οι μύες των ισχυρών θα ατροφήσουν. Οι μικροί θα κοιτάξουν τ’ άστρα και θα γιγαντωθούν, ενώ οι ψηλοί θα δουν τον Θεό και θα κοντύνουν.

Θα κλείσουν οι πληγές των προσβεβλημένων και παρηγοριά θα έρθει στους απαρηγόρητους.

Θα επιστρέψουν από την εξορία οι διωγμένοι για χάρη της δικαιοσύνης, και οι ειρηνοποιοί θα γίνουν ηγέτες των ανθρώπων.

Οι άσωτοι υιοί θα εγκαταλείψουν τα γουρούνια και την τροφή τους και με ταπεινή καρδιά θα κατευθυνθούν στον Πατέρα τους, για να αναζητήσουν καλύτερη συντροφιά και καλύτερη τροφή. Οι άσωτες κόρες θα επιστρέψουν από το γλιστερό δρόμο, όπου τις τραβά το σκοτάδι των ματιών και του νου, και θα στραφούν προς την Ανατολή, απ’ όπου ο Ήλιος θα φωτίσει το πρόσωπό τους και θα μεταμορφώσει τη σκέψη τους.

Δεν θα αναγνωρίζεται ο τάφος των φιλοχρήματων στη γη ούτε το όνομα των φιλάργυρων μεταξύ των υιών των ανθρώπων.

Το αίμα θα θολώσει το λογικό των δημίων και οι χρυσοθήρες θα σαπίσουν μέσα στα χρυσά φέρετρα. Και όταν ο νεκροθάφτης ξεθάψει τον τάφο των χρυσοθήρων, θα αερίσει τη δυσωδία από τα φέρετρα και το φέρετρο θα το πάρει σπίτι του.

Το στόμα των συκοφαντών θα γεμίσει σκουλήκια μέσα στο χώμα και τα φίδια θα τυλίγονται γύρω από τα πόδια των δολοπλόκων και τα αυγά των φιδιών θα κείτονται στη γλώσσα τους.

Οι νεκροί καλοφαγάδες θα γίνουν καλοφάγωτοι των σκουληκιών, που σέρνονται στο χώμα και κάνουν συμπόσια στους τάφους.

Νέοι άνθρωποι θα γεννηθούν στη γη και περί των παλαιών ανθρώπων θα γίνεται συζήτηση όπως περί των σκιάχτρων.

Το μέτωπο τούτων των νέων ανθρώπων θα είναι ψηλό και λαμπερό από τις σκέψεις, ενώ η καρδιά ζεστή από την αγάπη.

Η φιλήδονη σάρκα θα σταματήσει να μοιάζει με ασβέστη που κοχλάζει, που όσο περισσότερο νερό του ρίχνεις εκείνος όλο και πιο πολύ αναβράζει. Το λογικό θα δαμάσει την κόκκινη κτηνωδία μέσα στις φλέβες και θα τη ζεύξει στο άρμα του.

Θα σωπάσουν όλες οι δυσαρμονίες στον κόσμο και μία ανείπωτη αρμονία θα ξεχυθεί επάνω στον τραχύ πλανήτη.

Η ευγένεια θα ξεπροβάλει από τη φυλακή της στην επιφάνεια και η σκληρότητα θα βυθιστεί στον πυθμένα.

Το κακό θα έχει νικηθεί και θα θριαμβεύει το καλό.

Τούτη είναι η προφητεία του Χριστού.

Πραγματοποιήθηκε; Όχι.

Θα πραγματοποιηθεί; Θα δούμε.

Μήπως ο χρόνος διέψευσε τον Χριστό; Ας μην προτρέχουμε.

Οι τοίχοι μιας ανατολίτικης πόλης ήταν εννέα μέτρα φάρδος και ψηλοί πενήντα μέτρα. Πάνω από μία πύλη έγραφε: «Πόλη Νινευή» ή αλλιώς «Το μέλλον». Όμως, ο χρόνος έσβησε αυτή την ανθρώπινη αλαζονεία. Σήμερα και το πιο ελαφρύ αεράκι στο παιχνίδισμά του κατορθώνει και σηκώνει τη σκόνη της τέως πόλης. Χιλιάδες πόλεις στην Ασία και στην Ευρώπη μπορούν σήμερα να ονομαστούν «Το μέλλον»…

Ο εικοστός αιώνας άρχισε να μοιάζει με την παλιά Νινευή. Μόλις ξημέρωσε, παρουσιάστηκε στον κόσμο και είπε: «Με λένε “μέλλον”». Διαφημίστηκε σαν αιώνας ειρήνης και πολιτισμού. Όμως, μέχρι τώρα, κάθε τρία χρόνια έρχεται από ένας πόλεμος. Στις πύλες του αμέσως έδειξε την επιγραφή: «Η εργατικότητα και η φιλανθρωπία». Όμως, τα έργα του τα ενδιέφερε η ανθρωποκτονία.

Διαψεύστηκε ο Χριστός με τον αιώνα μας; Δεν ήμασταν μάρτυρες στην περσινή χρονιά όλων εκείνων που διαψεύδουν την προφητεία του Χριστού; Μα δεν έχουμε βιώσει σ’ αυτή τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα καιρούς προχριστιανικούς;

Όντως, ξαναέγιναν για μία ακόμη φορά όλα εκείνα που νομίζαμε ότι, μπαίνοντας στον εικοστό αιώνα θα ανήκαν στο παρελθόν, σαν τη δόξα της Νινευή. Εξεγέρθηκε ο άνθρωπος εναντίον του ανθρώπου και ο λαός εναντίον του λαού. Στοιβάχτηκαν σιδερένιες μηχανές, γεμάτες ύπουλο πυρ, προορισμένες για τα στήθη του εχθρού. Ο άνθρωπος σκότωνε τον άνθρωπο και απ’ αυτούς τους σκοτωμούς αισθανόταν ιδιαίτερη ηδονή. Η γη πλημμύρισε από αίμα και πάχυνε από τη σάρκα των ανθρώπων. Είναι ένας χρόνος, που σώπασαν οι γλώσσες των ανθρώπων και που οι άνθρωποι μιλούν με το θόρυβο του σίδερου. Ένας χρόνος, που οι κόρακες κοιτούν μητέρες ντυμένες στα μαύρα και στριγγλίζουν: «Εμείς ξέρουμε τη σάρκα των υιών σας»! Οι αδελφές γυρίζουν τους τραυματισμένους και μεταξύ των άχρωμων προσώπων αναζητούν τα πρόσωπα των αδελφών τους. Οι χήρες, με ματωμένα μάτια από τα δάκρυα, βλέπουν τις μόλις χτισμένες φωλιές τους να γκρεμίζονται και κρύβουν τα βλέμματά τους από το μέλλον. Τα ορφανά ακόμα ψελλίζουν τα ονόματα των νεκρών πατεράδων τους και σαν με βελόνες καρφώνουν τις μητέρες με το ερώτημα: «Πότε θα έρθει ο μπαμπάς;». Οι γέροι ενθαρρύνονται μπροστά στα παιδιά, όμως στη μοναξιά σιγοκλαίνε και τρέφονται με τον πόνο τους. Και όλος ο πόνος γίνεται πιο βαθύς, όταν τον σκαλίζει και η αδικία.

Οι διπλωμάτες παίζουν με τους λαούς λες και είναι φιγούρες σκακιού. Οι αδρανείς κρύβονται πίσω από τους μαχητές και εκμεταλλεύονται το αίμα τους. Οι καταχραστές από τον πόλεμο έφτιαξαν εμπόριο, που τους φέρνει πλούτο και χαρά. Οι ανάξιοι με θόρυβο σηκώνονται πάνω από τους άξιους.

Και ακόμα πιο βαρύς γίνεται ο πόνος, όταν κοιτάζεις την ερημιά που άφησε η φωτιά καίγοντας ανθρώπινες κατοικίες, και την ερημιά που άφησαν οι αρρώστιες σκοτώνοντας ύπουλα χιλιάδες θύματα, και τις φοβερές σειρές των ανθρώπων με βγαλμένα μάτια και τσακισμένα πόδια, με κομμένα χέρια, με λιωμένα πλευρά, πρησμένα και ξεπαγιασμένα, πεινασμένα και καχεκτικά σώματα, που μέχρι πριν από ένα χρόνο ήταν σφριγηλά και δυνατά.

Και πιο βαρύς γίνεται ο πόνος, όταν ο άνθρωπος θυμηθεί ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον εικοστό αιώνα. Και εμείς τότε μ’ απέραντο πόνο ρωτάμε: «Μα πού είναι ο Χριστός; Μήπως έμεινε είκοσι αιώνες μακριά από μας; Μήπως στον Γολγοθά, μαζί με το σώμα Του, για πάντα σταυρώθηκε και το πνεύμα Του; Σημαίνει άραγε ακόμα κάτι για τους ανθρώπους το όνομα Χριστός;».

Ας κρίνουμε, αδέλφια, αργά και θα κρίνουμε ορθά. Κάτω από την πίεση του πρόσκαιρου πόνου σκεπάζουμε με την απαισιοδοξία μας ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Όταν ο πόνος μας χρωματίσει τον Ήλιο με μαύρο χρώμα, τότε μέσω αυτού του χρώματος βλέπουμε όλη τη ζωή. Ας κρίνουμε αργά, γιατί και ο Χριστός βαδίζει αργά μέσα στην ιστορία. Αργά σαν βαθύ ποτάμι, που κάποιο παιδί θα το νόμιζε ακίνητο, αλλά που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να του φτιάξει φράγμα. Αργά σαν σιτάρι, που σπέρνεις το φθινόπωρο και το χειμώνα νομίζεις ότι είναι νεκρό. Ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη για το σπόρο του Χριστού. Είναι μακρύς ο δρόμος του Χριστού, επεκτείνεται έως το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Εάν βιαζόταν, θα κουραζόταν, θα έπεφτε στη μέση του δρόμου, και θα έμενε εκεί. Ενώ όταν βαδίζει αργά, βαδίζει αξιόπιστα. Είναι μακρύς ο δρόμος Του, γι’ αυτό τα βήματά Του είναι αργά.

Και δύσκολος είναι ο δρόμος Του. Γι’ αυτό βαδίζει αργά. Μέσα από τις λακκούβες αίματος, μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών Εκείνος πορεύεται. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει και στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα μπρος. Γι’ αυτό βαδίζει αργά.

Βαδίζει αργά, γιατί το πλήρωμά Του είναι μακριά. Το πλήρωμά Του εκτείνεται στα πέρατα της ιστορίας και η θέση Του είναι στα έσχατα. Ο Χριστός δεν κηρύττει ένα πλήρωμα που επιτυγχάνεται σε εικοσιτέσσερις ώρες. Όχι· το πλήρωμά Του απαιτεί ολόκληρο αιώνα ενός ανθρώπου και ολόκληρο αιώνα της ανθρωπότητας. Ένας άνθρωπος μπορεί να φθάσει το πλήρωμα του Χριστού όσο ζει, όμως η ανθρωπότητα είναι ακόμα μακριά από το τέλος της. Γι’ αυτό είναι ακόμα μακριά από το πλήρωμα τού Χριστού.

«Εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» φθάσανε οι απόστολοι και οι μάρτυρες και όλοι εκείνοι οι ήρωες που έθεσαν το πνεύμα τους και την καρδιά τους στην υπηρεσία του Θεού για την ευτυχία των ανθρώπων. Όμως, πόσοι είναι αυτοί; εκατοντάδες, χιλιάδες – όχι παραπάνω. Και αυτό σημαίνει ότι εκείνοι είναι ακόμα μειοψηφία στον κόσμο, γι’ αυτό ακόμα πλεονεκτεί το μίσος πάνω στην αγάπη και η αφροσύνη πάνω στη λογική. Γι’ αυτό και το βάδισμα του Χριστού δεν είναι ορατό. Όταν όμως η μειοψηφία του Χριστού γίνει πλειοψηφία, τότε στη ζυγαριά της ζωής θα πλεονεκτεί η αγάπη, και η επαγγελία Του θα έχει πραγματοποιηθεί.

Ένας άνθρωπος έχτιζε σπίτι. Έχτιζε πέντε έξι εβδομάδες και έχτισε πέντε έξι ορόφους. Και ο κόσμος έμεινε με ανοιχτό το στόμα, και έλουσε με παινέματα τον οικοδεσπότη αυτού του σπιτιού. «Στόλισε την κωμόπολή μας», είπαν όλοι. Όμως πέρασαν πέντε έξι μήνες και το σπίτι χάλασε και κατέρρευσε. Ο κόσμος περνούσε δίπλα από τη θλιβερή μάζα των υλικών και γκρίνιαζε: «Έτσι συμβαίνει όταν χτίζεται βιαστικά και για το συμφέρον!».

Δεν συμβαίνει το ίδιο με το σπίτι που χτίζει ο Θεός και του οποίου ο Χριστός είναι το θεμέλιο, ενώ όλοι οι άνθρωποι τα λιθάρια. Είναι πελώριες οι διαστάσεις αυτού του σπιτιού. Το υλικό είναι διαλεγμένο. Κάθε λιθάρι πρέπει να επιλεχθεί και να λαξευτεί. Όταν περνά ο άνθρωπος δίπλα απ’ αυτό το πελώριο κτίσμα νομίζει ότι δεν θα τελειώσει ποτέ η ανοικοδόμηση. Όμως το κτίσμα ετοιμάζεται σιγά και σταθερά. Τούτο δεν είναι σπίτι για το συμφέρον, τούτο είναι σπίτι για κατοικία. Γι’ αυτό να μην αμφιβάλλεις ότι θα είναι οπωσδήποτε όμορφο.

Ο Χριστός αγωνίζεται, γι’ αυτό βαδίζει αργά. Αγωνίζεται με τους αμαρτωλούς και άθεους, και μετά από κάθε νίκη προχωρά ένα βήμα μπροστά. Τούτη η μειοψηφία Του είναι η μαχητική εκκλησία, που μάχεται μαζί με τον Χριστό ενάντια στο κακό. Ο Θεός βοηθά τη μειοψηφία, μετατρέποντας κάθε κακό σε καλό. Έτσι ώστε ο στιγμιαίος θρίαμβος της αδικίας ή της αφροσύνης ή του μίσους στον κόσμο δεν πισωγυρίζει τον Χριστό και τη μειοψηφία Του, αλλά μόνο για μία στιγμή τη σταματά. Η Εκκλησία του Χριστού μιλά ενάντια στον πόλεμο, όμως επειδή ακόμα αποτελεί τη μειοψηφία δεν μπορεί να τον εμποδίσει. Μόλις ο πόλεμος ξεσπάσει, παρά τη θέλησή της, εκείνη τοποθετείται στην πλευρά του πιο δικαίου. Και ο Θεός, που αφήνει να μεγαλώνουν τα πιο ευωδιαστά φυτά από το πιο σάπιο χώμα, γυρίζει και τον πόλεμο προς το καλό, αφήνοντας επάνω στη μιζέρια του να φυτρώσει κάποιο καλό φυτό. Ο φετινός πόλεμος έφερε την ελευθερία σ’ εκείνη τη χώρα στην οποία ο Χριστός είχε ταπεινωθεί πιο σφοδρά, στην οποία περισσότερο λύγιζαν τα πόδια Του και κοντοστεκόταν. Αλλά παρ’ όλο το αίμα και τον πόνο και τη φοβέρα του πολέμου, ο Χριστός και φέτος έκανε ένα αργό βήμα μπροστά.

Αργά βαδίζει ο Χριστός, όμως εάν Του επιτρέπαμε θα βάδιζε γρηγορότερα.

Εγώ και εσύ φταίμε, φίλε μου. Εγώ και εσύ φράξαμε το δρόμο του Χριστού, εγώ με το κέρδος μου και εσύ με την ηδονή σου. Εγώ ζητώ από κάθε πράγμα κέρδος και εσύ ζητάς από κάθε πράγμα ηδονή. Δεν είναι έτσι; Και ενώ εμείς στύβουμε και πιπιλάμε αυτό τον κόσμο, ο Χριστός στέκει πίσω από την πλάτη μας και δεν μπορεί να βαδίσει, επειδή Τον εμποδίζουμε. Ο ασβέστης κοχλάζει, καπνίζει και βρομά. Στη μέση του δρόμου στέκει η ασβεστοκάμινος, από την οποία βγαίνει καπνός και κακοσμία. Ο Χριστός στέκει και περιμένει, και δεν μπορεί να βαδίσει.

Και φταίνε οι Ιούδες και οι Βοργίες, οι αντίπαλοι του καλού του Χριστού, εκείνοι που ζητούν τα μέγιστα αγαθά από τον κόσμο, ενώ του δίνουν τα μέγιστα κακά. Ο Χριστός δεν θα βαδίζει αργά, αλλά θα πετά σαν πρωινή ακτίνα μέσα από τον αιθέρα, όταν κάθε άνθρωπος θα πράττει τα μέγιστα καλά για τον κόσμο και θα απαιτεί τα ελάχιστα καλά απ’ αυτόν.

Και φταίνε τα ξερά κεφάλια και οι σκληρές καρδιές· τα ξερά κεφάλια, που την ισχυρογνωμοσύνη τους την ονομάζουν ευφυΐα, και οι σκληρές καρδιές, που τη σκληρότητά τους την ονομάζουν χαρακτήρα. Στα ξερά κεφάλια δεν μπορεί να μπει ο λόγος του Χριστού και στις ξερές καρδιές δεν μπορεί να μπει η αγάπη Του.

Φταίει ο αυτοκράτορας που λαχταρά το ξένο στέμμα, και ο σύζυγος που ποθεί τη γυναίκα του άλλου, και ο πλούσιος που απλώνει χέρι στα λίγα του φτωχού.

Φταίει το μίσος, που καρφώνει πασσάλους στο δρόμο του Χριστού, και η δολοπλοκία, που αυτούς τους πασσάλους τους πλέκει και τους κάνει φράχτη, και το ψέμα, που επιστεγάζει το φράχτη, και η ανόητη υπερηφάνεια, που χλευάζει τον Χριστό από την άλλη πλευρά του φράχτη.

Ακόμα είκοσι αιώνες θα περάσουν και ο πληγωμένος και ματωμένος Χριστός θα βαδίσει άλλα είκοσι βήματα. Αργά και προσεχτικά θα περνά μέσα από τους φράχτες των ληστών. Και σαν την αρχαία Νινευή θα κείτεται ο υπερήφανος αιώνας μας μέσα στα χαλάσματα, τα οποία θα βλέπει ο τεσσαρακοστός αιώνας με φρίκη και συμπόνια. Όμως, η σκόνη μας θα πέφτει πάνω στα πρόσωπα των ζώντων και θα τους ψιθυρίζει: «Είστε τα παιδιά μας, μη μας φοβάστε! Εσείς είστε ευτυχισμένοι, επειδή εμείς ήμασταν δυστυχισμένοι. Εσείς είστε δίκαιοι, επειδή εμείς υπήρξαμε άδικοι. Εσείς είστε Χριστιανοί, επειδή εμείς δεν ήμασταν. Εσείς είστε άνθρωποι επειδή εμείς ήμασταν ανθρωποειδή. Επάνω στην εμπειρία μας εσείς μάθατε. Επάνω στην αφροσύνη μας εσείς λογικευτήκατε».

Εάν τότε το καλό υπερκεράσει το κακό, ο Χριστός θα αρχίσει τη βασιλεία του κόσμου στη βασιλεία του Θεού. Εάν όμως και τότε ακόμα το κακό υπερισχύει του καλού, ο Χριστός θα περπατά αργά, βήμα βήμα, προς τα εμπρός, καθαρίζοντας το δρόμο Του, όπως και σήμερα. Και όπως και σήμερα, θα περπατά σαν σκιά ξοπίσω από τους ανελέητους, που πατούν στα πρόσωπα των αδελφών τους, και θα τους λέει με την πράα φωνή Του: «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί είναι που θα ελεηθούν».

Και θα στέκει ως διόραση πάνω στα πεδία των μαχών, ανάμεσα στο πλατάγισμα των όπλων, και θα λέει: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, γιατί υιοί Θεού θα ονομαστούν».

Και θα ακολουθεί δικαίους, διωγμένους αδίκως, θα τους ακολουθεί ως άγγελος που τρέφει και παρηγορεί: «Μακάριοι οι διωγμένοι για το δίκαιο, γιατί δικό τους είναι το βασίλειο των ουρανών».

Και θα σταθεί με θάρρος μπροστά σ’ εκείνους που διώκουν το όνομά Του και το περιφρονούν και θα πετάξει στα μοχθηρά τους πρόσωπα: «Τέτοιοι σκότωσαν όλους τους Προφήτες, και πρόσβαλαν όλους τους ευεργέτες των ανθρώπων».

Ω, Χριστέ, μεγάλη είναι η αισιοδοξία Σου! Όταν εμάς πονέσει το μικρό μας δαχτυλάκι, γινόμαστε απαισιόδοξοι. Ενώ η δική Σου πίστη στην νίκη του καλού δεν αποδυναμώνεται ακόμα κι όταν όλοι μας καρφώνουμε από ένα αγκάθι στο σώμα Σου.

Είναι μικροί και κοντινοί οι στόχοι μας, γι’ αυτό τούς προφταίνουμε τρέχοντας. Ενώ ο δικός Σου στόχος είναι μεγάλος και μακρύς, και Εσύ περπατάς βήμα βήμα. Κύριε, κατεύθυνέ μας προς το στόχο Σου. Άπλωσε μία έστω σκιά του Πνεύματός Σου στο λόγο μας και εμείς θα γίνουμε αρκετά λογικοί· άπλωσε μία έστω σκιά από την ευγένειά Σου στην καρδιά μας και η καρδιά μας θα καθαρίσει. Και εμείς θα δούμε τον Θεό, όπως Τον έβλεπες Εσύ όταν περπατούσες στη γη, κάτω από το σταυρό και το αγκαθωτό στεφάνι· και θα ζήσουμε κι εμείς μαζί με τον Θεό, όπως ζούσες Εσύ μαζί Του. Στην ένωση με τον Θεό θα πράττουμε θαύματα μεγάλα, όπως μεγάλα ήταν και τα δικά Σου. Είναι πλέον καιρός να ωριμάσει ο κόσμος. Φώτισέ μας με το φως Σου, γιατί στον ίσκιο δεν ωριμάζει τίποτα. Κάτω από τις ακτίνες Σου το λογικό μας θα ωριμάσει και η ψυχή μας θα μεγαλώσει πολύ. Και εμείς θα γίνουμε ένα μαζί Σου, όπως είσαι Εσύ, Κύριε, ένα με τον ουράνιο Πατέρα. Αμήν.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Αργά βαδίζει ο Χριστός, μετάφραση Σβετλάνα Πέτσιν, Ηλίας Σαραγούδας, Νεφέλη Σαραγούδα – Πέτσιν, 1η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2008

Διαβάστε επίσης...